ανάλατος

ανάλατος
Τοποθεσία μεταξύ Αθήνας και Φαλήρου, κοντά στη λεωφόρο Συγγρού. Τον Απρίλιο του 1827 έγινε εκεί σφοδρή μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Στη μάχη έλαβαν μέρος πολλοί οπλαρχηγοί, μεταξύ των οποίων και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, που είχε καταστρώσει σχέδιο για τη συντριβή των Τούρκων και την κατάληψη της Ακρόπολης. Όμως, ο Καραϊσκάκης πληγώθηκε στη μάχη, η οποία έληξε με τη νίκη του Κιουταχή. ζωγράφος του Α. Σπουδαίος αγγειογράφος της αρχαίας αττικής περιόδου (8ος – 7ος αι. π.Χ.). Το όνομά του, συμβατικό μιας και το πραγματικό μάς είναι άγνωστο, δόθηκε από τη θέση Α., όπου βρέθηκε η υδρία του. Πρόκειται πάντως για μεγαλόπνοο τεχνίτη, που ενώ μαθήτευσε σε εργαστήριο της γεωμετρικής περιόδου, ζώντας σε μια εποχή εισβολής πλούσιων και ποικιλόμορφων στοιχείων των ανατολικών πολιτισμών, κατάφερε να ανταποκριθεί στα καλλιτεχνικά οράματα της νέας εποχής· το κάτω μέρος των αγγείων που του αποδίδονται ανήκει ακόμα, από διακοσμητική άποψη, στην ύστερη γεωμετρική φάση· το πάνω όμως δείχνει τη δυναμική προσωπικότητα και τη δεκτικότητά του απέναντι στα νέα ρεύματα. Απέδωσε εικαστικά σφίγγες, λιοντάρια και, με θαυμαστή φαντασία, φυτικά θέματα που απέκτησαν πλαστικότητα και κίνηση. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα ανθέμιά του και οι καρδιόσχημοι σπειροειδείς κλάδοι του.
* * *
-η, -ο (Μ ἀνάλατος, -ον)
1. (για φαγητά) αυτός που δεν περιέχει αλάτι ή που τό περιέχει σε ανεπαρκή ποσότητα
2. αυτός που δεν πασπαλίστηκε με αλάτι, ο αναλάτιστος
3. (για πρόσωπα, λόγους, πράξεις κ.ά.) αυτός που δεν έχει χάρη και νοστιμιά, ανούσιος, άνοστος, άχαρος
4. (για ζώα) αυτός που δεν έφαγε αλάτι
5. το θηλ. ως ουσ. η ανάλατη
νωπή και ανάλατη μυζήθρα
6. το ουδ. ως ουσ. το ανάλατο
α) νωπό βούτυρο χωρίς αλάτι
β) χοιρινό λίπος χωρίς αλάτι που χρησιμοποιείται ως αλοιφή στη λαϊκή ιατρική.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν- στερ. + ἅλας.
ΠΑΡ. νεοελλ. αναλατιά].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ανάλατος — η, ο 1. ο μη αλατισμένος: Το φαΐ είναι ανάλατο. 2. άνοστος, ανούσιος, αηδής: Τα αστεία του είναι ανάλατα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άναλος — η, ο (Α ἄναλος, ον) [ἅλς] αυτός που δεν περιέχει αλάτι, ανάλατος, αναλάτιστος νεοελλ. αυτός που δεν έχει χάρη ή νοστιμιά, άχαρος, «ανάλατος» …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Σώστης — I Ναός βυζαντινού ρυθμού στο όνομα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, στη θέση Ανάλατος (λεωφόρος Συγγρού) κοντά στην Αθήνα. Ο ναός χτίστηκε στη μνήμη της σωτηρίας του βασιλιά Γεωργίου Α’ και της κόρης του Μαρίας, μετά τη δολοφονική απόπειρα που έγινε… …   Dictionary of Greek

  • άναλμος — ἄναλμος, ον (Α) [ἅλμη] αυτός που δεν περιέχει αλάτι, ο ανάλατος …   Dictionary of Greek

  • άναλτος — (I) ἄναλτος, ον (Α) αυτός που δεν γεμίζει με κάτι, άπληστος, ακόρεστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερ. + ΙΕ ρ. *al + επίθημα τος. Πρόκειται για μεμονωμένους σχηματισμούς τής ΙΕ ρίζας *al «αναπτύσσομαι, τρέφομαι», που εξαφανίστηκε στα Ελλην. (διατηρήθηκε… …   Dictionary of Greek

  • ανάλιστος — η, ο (Α ἀνάλιστος, ον) αναλάτιστος, ανάλατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν στερ. + ἁλιστός (< ἁλίζω) «αλατιστός»] …   Dictionary of Greek

  • αναλάτιστος — η, ο 1. αυτός που δεν αλατίστηκε, ο ανάλατος 2. (για ζώα) αυτός που δεν έφαγε αλάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + αλάτιστος < αλατιστός. Η σημασία τής στερήσεως προήλθε από τον αναβιβασμό τού τόνου] …   Dictionary of Greek

  • αναλατιά — η [ανάλατος] 1. έλλειψη αλατιού σε φαγητό 2. έλλειψη νοστιμάδας ή χάρης στα λόγια, ανοησία, αηδία …   Dictionary of Greek

  • ανοστανάλατος — η, ο άνοστος και ανάλατος, σαχλός …   Dictionary of Greek

  • Ζαχαρίας — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Πατέρας του Ιωάννη του Πρόδρομου, ιερέας στον ναό της Ιερουσαλήμ, όταν ήταν βασιλιάς της Ιουδαίας ο Ηρώδης. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ενώ εφημέρευε στον ναό, είδε σε όραμα τον αρχάγγελο Γαβριήλ, ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”